Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 28, 2005

Από τη σχολική ζωή του χθες, στο σήμερα

"Δεν θα φανταζόμουν ποτέ τον εαυτό μου σε τάξη, να διδάσκω, να λέω κάντε ησυχία εσείς εκεί κάτω, ποιος θα μας πει σήμερα μάθημα". Είναι, στο περίπου, τα λόγια αγαπημένης φίλης και συμμαθήτριας όταν συζητήσαμε στο τηλέφωνο για τα καθημερινά.

Εμείς των 35 +/- φορέσαμε τη μπλε ποδιά στο Δημοτικό. Το λευκό γιακά που έδενε γύρω από το λαιμό. Ακόμη θυμάμαι εκείνη την ιδιαίτερη μυρωδιά της, τη διαπίστωση ότι το παιδί μεγάλωσε, θέλει καινούργια ποδιά. Επίσης, για μας η εβδομάδα είχε 6 σχολικές ημέρες. Το Σάββατο ήταν η μέρα που ερχόταν η ανακούφιση.

Μετά ήταν κι ο ΕΠΙΘΕΩΡΗΤΗΣ. Ο οποίος όταν ήταν να μας επισκεφτεί η δασκάλα έβαζε ό,τι φορούσε όταν ήταν να πάμε στην εκκλησία, χτένιζε το μαλλί της από το προηγούμενο βράδυ, ξεσκόνιζε τα κιτάπια της. Το πρωί ρωτούσε για το μάθημα τους καλούς μαθητές. Γενικά ήταν μια μέρα με έναν άγνωστο μέσα στην τάξη που μας έκανε να σταυρώνουμε τα χέρια πάνω στο πράσινο θρανίο, να μην διανοούμαστε να μιλήσουμε με το διπλανό μας, να έχουμε πολλές, αλλά όχι πάρα πολλές κιμωλίες στην άκρη του πίνακα, ο οποίος ήταν, εννοείται πεντακάθαρος.

Το 1981 με τον ερχομό του ΠΑ.ΣΟ.Κ. η ποδιά καταργήθηκε. Το ίδιο έπαθε το Σάββατο και εκείνη η βαριά σκιά του ΕΠΙΘΕΩΡΗΤΗ.

Στο Γυμνάσιο καθιερώθηκαν οι γιορτές του Πολυτεχνείου. Και θαρρείς άνοιξαν κάποια σακιά με απαγορευμένες μουσικές και τραγούδια, με ποίηση και ζωγραφιές. Ας είναι καλά ο εν ενεργεία φιλόλογός μας Γ.Μ. Έφτιαξε μια μπάντα μουσικής: ντραμς, βιολί, κιθάρες, αρμόνιο, φλάουτο. Και μετά κάλεσε όσους είχαν λαρύγγι για Θεοδωράκη.

Ο μουσικός του σχολείου ανέλαβε τη χορωδία. Από τις συνηθισμένες αγγελικές φωνές, σκάσανε μύτη κάποιες μπάσες αντρικές, ή έτσι νομίζαμε. Και τα εμβατήρια του Θεοδωράκη, τα επαναστατικά μοιρολόγια του Λοΐζου έδιναν και έπαιρναν.

Το ίδιο και με την ποίηση των Ελύτη και Ρίτσου.

Η καθηγήτρια των Καλλιτεχνικών οργάνωσε εργαστήρι στο χώρο του γυμναστηρίου. Μέχρι τις 10 το βράδυ μεθούσαμε από χρώματα. Τεράστια τριαντάφυλλα άνοιγαν τα πέταλά τους, αλυσίδες έσπαγαν μπροστά στα εφηβικά μας μάτια. Μουσικές από την μπάντα και τις πρόβες πιο πέρα. Όργιο δημιουργικότητας πιτσιρικαρίας, φλερτ στο μαλακό υπογάστριο μιας δύσκολης ηλικίας που έβρισκε διέξοδο.

Δεν θέλαμε να φύγουμε από το σχολείο. Πρώτη φορά γονείς μάς τραβούσαν για το σπίτι. Κάτω από τη μασχάλη ο Ρίτσος, στα χείλη το "Ένα το Χελιδόνι".

Βλέπω 20 ζευγάρια μάτια να με κοιτάζουν στα μάτια. Περιμένουν από μένα ό,τι άλλοτε περίμενα εγώ από κάποιους άλλους. Πρέπει να τους μιλήσω για τους εκτυπωτές, τα bits και τα bytes, τον επεξεργαστή.

Διαβάζουμε από το βιβλίο του μαθητή. Τα κείμενα είναι στριφνά, βαρετά. Απευθύνονται σε δυσκοίλιους και σίγουρα όχι σε μαθητές. Χασμουριούνται...

"Τελικά ο άνθρωπος είναι ο κυρίαρχος του κόσμου;", ρωτάω καθώς φέρνω την καρέκλα μου από την υπερυψωμένη έδρα πλάι στις καρέκλες τους. Στο επίπεδο των ματιών τους τα μάτια μου. Χαμογελώ στα χαμογελαστά πρόσωπα.

Κι είναι εδώ ό,τι πιο φρέσκο: οι τυφώνες Κατρίνα και Ρίτα, ο σεισμός, το τσουνάμι.

"Για ποιο λόγο ο άνθρωπος θέλει να αποθηκεύσει τη γνώση που αποκτά;"
"Για να μπορεί να τη χρησιμοποιήσει στο μέλλον".
"Και ποιος είναι το μέλλον μας;"

Σιωπή.

"Εσείς είστε το μέλλον μας. Ο άνθρωπος αποθήκευε από πάντα τη γνώση που αποκτούσε με σκοπό να τη μεταδώσει στις επόμενες γενιές, σε όσους έρχονται. Για να την πάνε 2-3 βήματα παραπέρα. Να, καλή ώρα όπως εσείς. Και μετά τι θα κάνετε όταν γίνετε γονείς και δάσκαλοι;"
"Θα αποθηκεύσουμε τη καινούργια γνώση. Και θα την πάμε 2-3 βήματα παραπέρα".

Κλείνω το βιβλίο με ικανοποίηση. Η καλή μέρα από το πρωί φαίνεται...

1 σχόλιο:

Τυπος Νυχτερινος είπε...

Καλά έκανες και κατέβασες την καρέκλα στο επίπεδο των παιδιών...

Καλή αρχή.