Σάββατο, Δεκεμβρίου 10, 2005

Η Γιάννα που θηλάζει στα σκαλιά του Δημοτικού σχολείου

Περπατάω χαμένος σε γνωστούς δρόμους: αρχές Εγνατίας, κατεβαίνω Αγίας Σοφίας, μπροστά από την εκκλησία. Ανέκφραστος μπροστά από τις χλιδάτες βιτρίνες της Τσιμισκή. Κόσμος με τσαλαπατά με τα χαμόγελά του, με τις σακούλες του. Θολό τοπίο μπροστά μου και η μύτη μου γαργαλιέται από τα διαφορετικά αρώματα. Κυρίως γυναικών. Γιατί όλη αυτή η «χαρά»; Ή «τι έχει και χαίρεται ο κόσμος, πατέρα;» Γιατί δεν χαζογελάω κι εγώ; Τι μιζέρια είναι αυτή;

Έχουν προηγηθεί δυο τηλεφωνήματα. Το πρώτο στη Μαρία. Θηλάζει το παιδί μας, άρα δεν μου κάνει. Τι να της λέω τον πόνο μου τώρα; Να στεναχωριέται;

Μου 'ρχεται στο μυαλό η lili. Ναι, η woman in this city. Της τηλεφωνώ. Δεν μπορεί να μου μιλήσει εκείνη τη στιγμή. Να την πάρω σε 15 λεπτά.

Οι κόμποι ανεοκατεβαίνουν σε ένα τρελό ασανσέρ. Ο αέρας πολύς στα πνευμόνια και πνίγομαι. Κατεβαίνω παραλία, να με φυσήξει ο αέρας, να δω το Θερμαϊκό, μπας και μου πάρει μακρυά τις σκέψεις και σβήσουν τα λαμπάκια του δέντρου μου. Αυτού του δικού μου, του εσωτερικού.

Τη λένε Γιάννα, είναι από την Αλβανία, ή έτσι μου είπε τουλάχιστον. Κάθεται στα σκαλιά του Δημοτικού σχολείου, απέναντι από την Καμάρα. Το ένα χέρι είναι παρατεταμένο στους περαστικούς. Με το άλλο κρατά στην αγκαλιά της το 8 μηνών βρέφος της και το θηλάζει. Το κρύο πηρουνιάζει το μέσα μου...

Την είχα ξαναδεί το Σεπτέμβριο, έξω από την Αγία Σοφία. Το μικρό της αγωνιούσε να φάει από το στήθος της. Είχα περάσει βιαστικά από μπροστά της και δεν κατάφερα τότε να σταθώ.

Χθες, δεν άντεξα. Έσκυψα και τη ρώτησα αν ήθελε να φάει κάτι. Της έφερα μια τυρόπιτα και γάλα. Γιατί κάθεσαι με το μωρό μέσα στο κρύο; Θα κρυώσετε. Δεν έχεις σπίτι; Έχει. Δεν έχεις άντρα; Έχει, είναι στο σπίτι. Γιατί δεν κάνεις μια δουλειά; Τι ξέρεις να κάνεις; Τίποτα. Έχει έρθει στην Ελλάδα εδώ κι έναν χρόνο.

Την κοιτάζω στα μαύρα της μάτια. Ένας κόσμος όπως τον ήξερα. Σκοτεινός. Κάνω να δω το μωρό. Είναι τόσο γλυκό στον ύπνο του. Την προτρέπω να σηκωθεί και να πάει σπίτι της. Του κάκου.

Την αποχαιρετώ και ξεκινώ την περιπλάνηση. Με μάτια που πέταξαν πάνω τους ένα φίλτρο κι όλα έχουν θολώσει. Έτσι θα περάσει μια ώρα που τα πόδια μου με πάνε όπου τύχει.

Ακολουθούνε δυο τηλεφωνήματα. Το πρώτο στη Μαρία. Θηλάζει το παιδί μας, άρα δεν μου κάνει. Τι να της λέω τον πόνο μου τώρα; Να στεναχωριέται;

Μου 'ρχεται στο μυαλό η lili. Ναι, η woman in this city. Της τηλεφωνώ. Δεν μπορεί να μου μιλήσει εκείνη τη στιγμή. Να την πάρω σε 15 λεπτά. Είχε γράψει κάτι σχετικά στο blog της που με έχει αγγίξει πολύ. Τόσο βαθιά ανρώπινο, τόσο πραγματικό.

1 σχόλιο:

Lili είπε...

Λυπαμαι Θωδωρη που το περασες μόνος σου, γιατι και γω ημουν "αλλου" χτες με τα δικά μου.

Μου αρεσει που βλεπω κομματια της ψυχης σου, που τα δειχνεις, που τα μοιράζεσαι.

Σέυχαριστω που με σκεφτηκες, με τιμα περισσοτερο απο οποιοδηποτε κομπολιμεντο και συγχωρεσε με που σε απογοητευσα.
Δεν χρειαζεται να μου πεις οτι δεν το εκανα.
Εγω νιωθω ότι εψαχνες καποιον και κανεις μας δεν ήταν διαθεσιμος....


Χαιρετισμους και φιλια στις κουκλες σου.